Οι δύο παρουσιάσεις που ακολουθούν αποτελούν μέρος των μαθημάτων φιλοσοφίας και πρέπει να διαβαστούν με τη σειρά των αριθμών των διαφανειών τους (από λάθος φορτώθηκε η πρώτη δεύτερη και τούμπαλιν)

Ίσοι ή Ελεύθεροι;

Το δίλημμα «Ελευθερία-Ισότητα»

Οι φιλελεύθεροι ανέπτυξαν ένα επιχείρημα που είχε την μορφή του διλήμματος, ανάμεσα στην ελευθερία και την ισότητα. Κατ' ουσίαν όμως θέτουν ένα ψευδοδίλημμα, που αντανακλά την επιφανειακή κατανόηση ενός βασικού σχίσματος, που οι φιλελεύθεροι δεν αντιλαμβάνονται.

Η έννοια της ελευθερίας είναι άλλη όταν μιλάμε για πολιτική κι άλλη όταν μιλάμε για οικονομία.

Οι φιλελεύθεροι υποστηρίζουν την οικονομική ελευθερία, ως συνάρτηση της πολιτικής ελευθερίας, αλλά αυτό δεν ισχύει. Μάλιστα, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, γιατί η ελευθερία έχει άλλο νόημα στο επίπεδο της πολιτικής και άλλο στο επίπεδο της οικονομίας.

Πολιτική ελευθερία σημαίνει την ανεμπόδιστη συμμετοχή όλων στη λήψη αποφάσεων και διαχείριση των κοινών και η ισχύς μιας τέτοιας ελευθερίας εξ ορισμού είναι καθολική. Αντίθετα, η οικονομική ελευθερία σημαίνει την ανεμπόδιστη εκμετάλλευση του ανθρώπινου δυναμικού και των  φυσικών πόρων. Πάντα, το χέρι που πληρώνει είναι πάνω απ' το χέρι που δέχεται. 

Αφού η οικονομική ελευθερία είναι ευθέως ανάλογη με την οικονομική ισχύ, μόνο ο ήδη πλούσιος μπορεί να την αξιοποιήσει για να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο έναντι του φτωχού. Άρα πρόκειται για μια εκδοχή της ελευθερίας χωρίς καθολική εφαρμογή.

Στην πράξη - το βλέπουμε και σήμερα -  η οικονομική ελευθερία του επιχειρείν δρα κατά της πολιτικής ελευθερίας, αφού συρρικνώνει τα πολιτικά δικαιώματα και διευρύνει τις ανισότητες. Στην πραγματικότητα, η ελευθερία είναι εναντίον της ισότητας αν και μόνο αν μιλάμε για οικονομική ελευθερία.

Η Κοινοτοπία του Κακού

Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ

Μέσω των πολιτικών προβλημάτων που έθεσε ο Β' Παγκ. Πόλεμος, η Χάνα Αρεντ προσπαθεί να κατανοήσει την «ζώσα ιστορία», ιδίως το φριχτό γεγονός όπου πολιτισμένοι ευρωπαίοι έφτασαν να εξοντώνουν, ψυχρά, εκατομμύρια συνανθρώπους τους σαν να ήταν κοπάδια ζώων.

Οι ερμηνείες της για τα εγκλήματα του ναζισμού, αλλά και οι θέσεις της για την προσωπική ηθική ευθύνη σε καιρούς απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής, είχε ως αποτέλεσμα να γίνει ακόμη πιο αντιδημοφιλής στην εβραϊκή κοινότητα, ιδίως όταν ενεπλάκει σε μια πολύκροτη πολιτική υπόθεση.

Τον Μάιο του 1960 οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ εντόπισαν στην Αργεντινή όπου κρυβόταν με αλλαγμένο όνομα έναν υψηλόβαθμο αξιωματούχο των Ναζί, που ήταν εγκληματίας πολέμου. Τον απήγαγαν (με τον γνωστό τρόπο που ενεργούν οι μυστικές υπηρεσίες), τον έφεραν στο Ισραήλ, τον δίκασαν (Απρίλιο ως Αύγουστο του 1961), τον καταδίκασαν σε θάνατο και αμέσως μετά τον κρέμασαν.

Ήταν ο διαβόητος Άϊχμαν και η δίκη του έγινε πρωτοσέλιδη είδηση παγκοσμίως. Η Άρεντ παρίσταται στην δίκη ως ανταποκρίτρια του «New Yorker magazine». Αμέσως μετά γράφει το βιβλίο (εκτενές άρθρο) «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ: η κοινοτοπία του κακού» το 1963.

Σε αυτό, ασκεί κριτική στο εβραϊκό εγχείρημα: α) για τον τρόπο που έγινε η απαγωγή (μη νομιμότητα των μεθόδων), και κυρίως β) για τον εβραιο-ισραηλινό χαρακτήρα, που έδωσαν οι Ισραηλινοί στο εγχείρημα.

Για την Άρεντ, και ορθώς, η δίκη του Άϊχμαν δεν ήταν θέμα ιουδαϊκής εκδίκησης. Ο Άίχμαν δεν εγκλημάτησε κατά των Εβραίων, αλλά κατά της ανθρωπότητας. Στον επίλογο συμφωνεί στη καταδίκη, με το ρητορικό επιχείρημα: «Αντολφ Άϊχμαν, όταν εσύ αποφασίζεις ότι δεν θέλεις να μοιραστείς τον κόσμο με ένα κομμάτι της ανθρωπότητος, πρέπει να περιμένεις ότι θα υπάρξουν κάποιοι που δεν θα θέλουν να μοιραστούν τον κόσμο μαζί σου... άρα, τράβα για την κρεμάλα τώρα».

Στη δίκη η πολιτική αγωγή παρουσίασε τον Άίχμαν ως τέρας (ενσάρκωση του κακού) που επεδίωκε να σβήσει τους Εβραίους από το χάρτη. Η Άρεντ, αντί να δει στο πρόσωπο του έναν φανατικό διψασμένο για αίμα, είδε έναν γραφειοκράτη που ήθελε να ευχαριστήσει τους ανωτέρους του.

Ήταν βέβαια ένας Ες-Ες που είχε στείλει εκατομμύρια Εβραίους στο θάνατο, αλλά το κίνητρό του δεν ήταν ο αντισημιτισμός. Έγινε Ναζί επειδή του άρεσε να πηγαίνει με το πλήθος. Τα εγκλήματά του ήταν η απόδειξη της «κοινοτοπίας του κακού». Εκεί που όλοι οι άλλοι είδαν έναν αποκρουστικό φονιά, η Άρεντ είδε έναν κοινό και φυσιολογικό ανθρωπάκο, μια καθαρά υπαλληλική φυσιογνωμία. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα ότι ο ίδιος επαναλάμβανε συνεχώς στην υπεράσπισή του: «Εκτελούσα εντολές».

Το κακό (για την Άρεντ) δεν είναι μιά τρομερή φιλοσοφική ουσία, αλλά η έλλειψη αντίστασης του απλού μέσου ανθρώπου. Αγωγός του Κακού είναι όποιος γίνεται όργανο μιας μηχανής που δεν ελέγχει και στην οποία υπακούει, χωρίς προσωπική αντίσταση. Δεν υπάρχει τίποτα πιο δαιμονικό και εξωανθρώπινο, από το να υποτάσσεσαι στα κελεύσματα εξουσίας και βίας μιας ολοκληρωτικής γραφειοκρατικής μηχανής και μιας μαζικής κυρίαρχης ιδεολογίας.

Ο ολοκληρωτισμός, για την Άρεντ, καθιστά ακόμη και «πολιτισμένους» ανθρώπους, ικανούς για την πιο αποκρουστική βαρβαρότητα. Υπό τις κατάλληλες συνθήκες, ο καθένας μπορεί να γίνει «δολοφόνος γραφείου» και να διαπράξει φόνους κατά συρροή.

Σήμερα, με τον νεοφιλελευθερισμό που συγχωνεύει πολιτική και οικονομία, τον ρατσισμό, την εθνοκάθαρση και τους φονταμενταλιστές, οι συνθήκες προσφέρονται ξανά για ολοκληρωτικές πολιτικές. Ο Άιχμαν μοιάζει όλο και περισσότερο με έναν άνθρωπο της εποχής μας. Ο οποιοσδήποτε σήμερα μπορεί να κάνει τα ίδια. Αμερικανοί στρατιώτες βασάνιζαν Ιρακινούς κρατουμένους στις φυλακές του Αμπού Γκράιμπ και δήλωναν ότι εκτελούσαν εντολές ανωτέρων, ενώ οι συγγενείς και οι φίλοι τους στην Αμερική υποστήριζαν ότι ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι, νομοταγείς πολίτες, ενάρετοι οικογενειάρχες, συμπονετικοί γονείς, καλοί σπουδαστές ή επαγγελματίες. 

Η Αρεντ υποστηρίζει ότι ο Αϊχμαν δεν ήταν εξ αρχής σκληρός ή παρανοϊκός δολοφόνος. Το τρομερό με αυτόν ήταν ακριβώς ότι επρόκειτο για ένα συνηθισμένο άτομο, που όμως αδυνατούσε να σκεφτεί το βαθύτερο νόημα των ενεργειών του. Δεν αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό που έκανε.

Έμοιαζε με τους περισσότερους ανθρώπους, που δρουν χωρίς βαθύτερη σκέψη, υπό την πίεση των περιστάσεων, υποκινημένοι από τη συνήθεια ή την επίδραση του περιβάλλοντος ή από κάποια «μηχανική» ώθηση. Αυτός ο ναζί γραφειοκράτης ήταν η ζωντανή επιβεβαίωση ότι το κακό είναι τελικά «κοινότοπο», προσιτό σε συνηθισμένους ανθρώπους.

Η εγκληματική πράξη δεν ήταν η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Αυτός ο νέος τύπος εγκλήματος αναδείκνυε και ένα νέο τύπο εγκληματία. Το κυριότερο κίνητρό του Αϊχμαν ήταν η επιθυμία του για επαγγελματική άνοδο και επιτυχία.

Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν επαρκεί. Πρέπει να κατανοήσουμε το πώς ένας άνθρωπος που ήταν εντελώς πληροφορημένος για το αποτέλεσμα της «εργασίας» του –ο συγκεκριμένος γνώριζε ότι οι Εβραίοι οδηγούνται στην εξόντωση- μπορούσε να αποσυνδέει την «εργασία» από το αποτέλεσμά της, ώστε να μη νιώθει τύψεις.

Στον Αϊχμαν η απουσία οίκτου συμβάδιζε με την απουσία σκέψης. Πώς μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο που δρα ως υπάκουος υπάλληλος ενός κράτους, του οποίου οι διαταγές είναι εγκληματικές, και που χάνει βαθμιαία την ικανότητα να κρίνει και να ξεχωρίζει το καλό από το κακό;

Η καταστροφική επίδραση του ολοκληρωτισμού στον ανθρώπινο πολιτισμό εκφράζεται ακριβώς από το γεγονός ότι οδηγεί τους απλούς και συνηθισμένους ανθρώπους να αποδεχθούν τα κρατικά εγκλήματα -ή και να συμμετάσχουν σε αυτά- χωρίς να θεωρούν ότι πρόκειται για κάτι κακό, στο βαθμό που η διάπραξή τους εμφανιζόταν σαν ένα είδος «εργασίας».

Η Αρεντ, με την ανάλυσή της, απορρίπτει την εσφαλμένη και καθησυχαστική υπόθεση που θέλει τους εγκληματίες να είναι διαβολικοί τύποι, ανθρώπινα τέρατα, με έμφυτη κακία - και ότι επομένως εμείς οι υπόλοιποι, οι «φυσιολογικοί» και συνηθισμένοι άνθρωποι είμαστε a priori προστατευμένοι από τον πειρασμό του κακού. Να γιατί ορίζει τον ολοκληρωτισμό ως ριζική καταστολή της πολιτικής (της δυνατότητας, δηλαδή, ελεύθερης επέμβασης των πολιτών στις δημόσιες υποθέσεις) και απόλυτη περιφρόνηση από μέρους του κράτους των ατομικών δικαιωμάτων.

Παρατηρεί ότι ο ολοκληρωτικός μηχανισμός, για να είναι αποτελεσματικός, χρειάζεται «εκτελεστές» σαν τον Αϊχμαν, ανθρώπους όχι αναγκαστικά μοχθηρούς ή σατανικούς, αλλά γκρίζους και μέτριους. Μπορεί τα εγκλήματα του ολοκληρωτισμού να είναι τρομερά αλλά οι εγκληματίες είναι εντελώς κοινότοπα και ασήμαντα ανθρωπάκια, ανίκανα να σκεφτούν, καθώς η σκέψη συνεπάγεται να διαθέτεις φαντασία και να μπορείς να έρχεσαι στη θέση του άλλου. Για την Αρεντ, μόνο η κριτική σκέψη και η ηθική υπευθυνότητα οδηγεί σε αντίσταση προς τη βαρβαρότητα.

Η «αποδαιμονοποίηση» των ναζί εγκληματιών, η κριτική στην μη νομιμότητα των μεθόδων της στενά εθνικιστικής αντεκδίκησης και η έμφαση που έδωσε στο ότι οι Εβραίοι ελάχιστα αντιστάθηκαν στη ναζιστική επίθεση, είχε ως αποτέλεσμα να δεχτεί η Αρεντ οξείες επικρίσεις, με αποκορύφωμα το άρθρο του «Νουβέλ Ομπζερβατέρ»: «Είναι η Αρεντ ναζί;»

Όταν ο ιστορικός Γκέρσομ Σόλεμ (απ' το Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ) την κατηγόρησε ότι στερείται αγάπης για τον εβραϊκό λαό, εκείνη απάντησε: «Ποτέ στη ζωή μου δεν αγάπησα έναν συγκεκριμένο λαό, την εργατική τάξη ή οτιδήποτε τέτοιο. Αγαπώ «μονάχα» τους φίλους μου και το μόνο είδος αγάπης που γνωρίζω και ασκώ είναι η αγάπη των ανθρώπων».

Φιλικά ημέτερος

Θάνος

Haram-bee

Εκείνο που λέμε πραγματικότητα, εγώ το ζω διχασμένα, σε δυο επίπεδα: ως ακατάστατη κι αδέξια πράξη στο πετσί μου κι ως «χολυγουντιανή υπερπαραγωγή» στο νου και στη καρδιά.

Στο μυαλό, κάνουν πάρτι φιλόσοφοι, καλλιτέχνες και ποιητές. Στη ζωή κανουν πάρτι συγκρούσεις, προβλήματα και χαστούκια.

Πως άραγε να περιγράφεται η ουτοπία με όρους ρεαλιστικούς; Μπορεί με τον ίδιο τρόπο που διαλύεται το αλάτι στο νερό, να διαλυθεί η διανοητική ανάταση μέσα στην πρακτική ζωή;

Αφού είναι τόσο φανερό πως όσο ζούμε αγκαλιά με πρακτικούς ανταγωνισμούς, μόδες και κινητά τηλέφωνα, γινόμαστε όλοι, αντί για ζώσες υπομονάδες της ανθρωπινότητας, μηχανικές υποδιαιρέσεις της ομοιότητας. 

Για να φανεί το αληθές, είναι ανάγκη να ξεκινήσουμε απ' τον αντίποδα. Κι αντίποδας της αλήθειας δεν είναι το ψευδές αλλά η πλανερά αισιόδοξη βούληση που μηχανεύεται τεχνάσματα έπαρσης, την στιγμή που έχουμε όλοι ήδη από εκατό δρόμους φτασμένη την απελπισία!

Είναι καιρός να θυμηθούμε το σύνθημα-δίδαγμα του Γιόμο Κενυάτα: «Haram-bee!» που στα σουαχίλι θα πει: ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ

Η αφίσα του θεατρικού μας

Πολιτική Φιλοσοφία

Η γενική βούληση του Ρουσώ ως Μάτριξ

Επείδή ο Ρουσώ αντιλαμβάνεται το άτομο ενταγμένο εξ ολοκλήρου μέσα στην ολότητα, πολλοί (κυρίως φιλελεύθεροι στοχαστές) τον είδαν ως πρόγονο του ολοκληρωτισμού.

Και θα είχαν δίκιο, αν το άτομο στην υπόθεσή του δεν είχε θέση νομοθέτη. Αν το ανώτατο νομοθετικό όργανο δεν ήταν η ίδια η κοινότητα, τότε σαφώς μια ρουσωϊκή κοινωνία θα ήταν ολοκληρωτισμός και μάλιστα σκληρός. Η τεράστια διαφορά είναι η νομοθετική εκπήγαση. Το ρουσωϊκό πνεύμα του τρόπου θέσπισης των νόμων είναι η γενική βούληση να καθίσταται σε πρώτο χρόνο πειστική προς όλους και σε δεύτερο χρόνο δεσμευτική για όλους.

Με κάποιον τρόπο (που θα βρεθεί στην πρακτική εφαρμογή) η γενική βούληση λειτουργεί ως ένα είδος πυξίδας, που πρέπει να πείθει κι όσους αρχικά διαφωνούν. Δηλαδή, η πυξίδα της γενικής βούλησης δεν ελέγχεται από κανέναν και παρασύρει τους πάντες προς τα εκεί που δείχνει η βελόνα της.

Για να αντιληφθούμε καλύτερα την έννοια της γενικής βούλησης, υπάρχει ένας σύγχρονος όρος, δανεικός από την ομαδική ψυχανάλυση, που ονομάζεται «matrix της ομάδας» (matrix=μήτρα, μοντέλο, πρότυπο).

Η ομάδα, ως ένα είδος ρευστού στο οποίο ανήκουν όλοι, έχει μια σχετική αυτοτέλεια στο επίπεδο που της συμβαίνουν όλα τα σημαντικά πράγματα, τα οποία καθορίζουν τις διαθέσεις και εν συνεχεία τις στάσεις όλων των συμμετεχόντων. Κάτι τέτοιο είναι και η γενική βούληση του Ρουσώ.